Ιούνιος του 1996, 7 μηνών φαντάρος, μόλις έχω παρουσιαστεί στην παραμεθόριο μονάδα (Λαγός Διδυμοτείχου, 500 ΤΔΒ). Είμαι σε γραφείο (ουσιαστικά το workshop του τηλεπικοινωνιακού υλικού) μαζί με τον μονιμά Ανθυπασπιστή-προιστάμενο του γραφείου, και κανα-δυο υπολοχαγούς. Οι μονιμάδες έχουν πιάσει την κουβέντα και ο Ανθστής μου ζητάει να του φτιάξω ελληνικό καφέ σε γκαζάκι που υπήρχε επι τούτου. Έλα όμως που το γκαζάκι τελειώνει και ο υποφαινόμενος πάει να βάλει καινούργια φιάλη σε ένα εφεδρικό, δεύτερο γκαζάκι που υπήρχε δίπλα ΧΩΡΙΣ να σβήσει το πρώτο

Αποτέλεσμα: το γκαζάκι λαμπαδιάζει με φλόγα ενός μέτρου σχεδόν στα χέρια μου, ενστικτωδώς το πετάω μακριά, προς τη γωνία -εκεί που ήταν το γραφείο του Ανθστή και είχαν μαζευτεί και οι υπόλοιποι μονιμάδες. Για πότε ξεκινάνε όλοι να πηδούν έξω απο το παράθυρο -κομμάντα ρεεεε- ούτε που πρόλαβα να δω. Τελικά τη φωτιά τη γλυτώσαμε, τη φυλακή τη γλύτωσα, δε γλύτωσα όμως τα παρατσούκλια που θα μου έμεναν για τους υπόλοιπους 8 μήνες που έκατσα εκεί: γκαζάκιας, γκαζοφονιάς, πυρομανής κλπ κλπ.
Και ένα περίεργο πράγμα ρε παιδί μου: αυτός ο Ανθυπασπιστής απο κείνη τη μέρα σα να με αντιπάθησε και με έγραψε στου διαόλου τα κατάστιχα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί... Αυτοί οι γκάτζοι μάλλον είναι περίεργοι τελικά
