Αυτό εδώ είναι το αριστερό μου χέρι, εργαζόμενος ως αγρότης στα χωράφια με της χουρμαδιές του Γιοτβάτα. Τραχειά παλάμη με μόνιμους λεκέδες που δεν φεύγουν ακόμα κι αν πλύνεις τα χέρια σου. Σκασίματα και κάλους στα δάχτυλα. Δυό ψιλομελανιές, τρεις-τέσσερις ασήμαντες γρατσουνιές και ένα μικρό κόψιμο. Συνεπώς, δεν πεθαίνεις. Αν, λέμε, αποφασίσεις να κάνεις χειρονακτική εργασία.
Ακόμα κι αν είσαι στους 40C και πάνω, κάτω απ' τον ήλιο, μέσα στη μέση της ερήμου. Ακόμα κι αν ξεκινάς δουλειά αξημέρωτα, στις 4, στις 5. Ακόμα κι αν είσαι στη συγκομιδή και δεν σηκώνεις κεφάλι για ώρες. Ακόμα κι αν το κάνεις όχι για λεφτά, αλλά μόνο για ένα δωμάτιο, φαγητό και ψυχική γαλήνη. Από όρεξη για σκληρή δουλειά. Ακόμα κι αν το κάνεις οκτώ ώρες τη μέρα, έξι μέρες την εβδομάδα, με τρία day-off's το μήνα.
Ακόμα κι αν είσαι σαράντα χρονών. Εικοσιπέντε χρόνια καπνιστής και μερακλής. Φλώρος Duranόβιος των 80s, regular του Mercedes και της παραλιακής στα '90s, πολιτικός συντάκτης και ξένος ανταποκριτής στα '00 και μέχρι τώρα. Καλομαθημένος, κοστουμαρισμένος περίπου για 15 χρόνια, σε δουλειές γραφείου, στο Κολωνάκι, στο Midtown East και στην Ερμούπολη. Ακόμα κι αν είσαι όλα αυτά, δεν πεθαίνεις στο χωράφι. Στο υπογράφω.
Ζορίζεσαι λίγο, κάποιες στιγμές πιο πολύ. Στην αρχή πόναγε λίγο η μέση, μετά το γόνατο, τώρα μια χαρά. Μια στις τόσες στραβοξυπνάς και νιώθεις κουρέλι, άλλες φορές έχεις σούπερ ενέργεια, άλλες είσαι κανονικός. Όπως σε ό,τιδήποτε στη ζωή, έτσι κι εδώ, συμβαίνει το ίδιο πράγμα: Το συνηθίζεις. Το "μαθαίνεις". Κι αφού ένας τύπος σαν εμένα στα 40 του μπορεί να το κάνει, τότε όλοι κυριολεκτικά μπορούν να το κάνουν.
Το μόνο που χρειάζεται να έχεις είναι ΛΙΓΟ ψυχή. Λίγο, όχι πολύ. Να ρίχνεις ένα χαμόγελο μόλις ξυπνάς στον καθρέπτη, κι ας είναι νύχτα ακόμα. Ειδικά αν δεν είσαι σαράντα χρονών και είσαι μόλις δεκαεννιά και σαπίζεις στην καφετέρια, ή λίγο μεγαλύτερος και μακροχρόνια άνεργος, ή γενικά δεν αντέχεις άλλο να κάθεσαι, όσων χρόνων και να 'σαι. Το πώς μπορείς να το κάνεις από το μηδέν, θα σας το πει ο αδελφός μου ο Ντάγκας Βασίλης , που το κάνει εδώ και αρκετό καιρό με επιτυχία στην Ελλάδα. Ο Βασίλης, μάλιστα, είναι και λίγο μεγαλύτερός μου.
Δεν περνάει ούτε ένα πρωί στις φυτείες που να μη μου 'ρχεται στο μυαλό η φράση που άκουγα τόσο πολύ πριν έρθω εδώ, όποτε αναφερόμουν στην επιστροφή στην παραγωγή: "Τα παιδιά μας δεν είναι μαθημένα σε τέτοιες δουλειές, στα χωράφια. Δεν θα αντέξουν". Ή "ρε φίλε, ο κόσμος δεν ξέρει από τέτοια, πού να πάνε τώρα;". Σας υπόσχομαι ότι θα το συνηθίσουν μια χαρά, αν μπορούν να βρουν μέσα τους λίγο ψυχή. Γιατί, επιπλέον, το χειρότερο είναι πως όταν δεν έχεις έστω και λίγο, τότε οι άλλοι σε βλέπουν και το καταλαβαίνουν. Φαίνεται. Και τότε αρχίζει να βρέχει σφαλιάρα από παντού και χωρίς τελειωμό.