τόσο καιρό λέμε για την κατάσταση και το τι παίζει, και σήμερα μου είρθε μια φλασιά με ένα ζωντανό παράδειγμα που έχω ζήσει, το οποίο αντικατοπτρίζει πλήρως την κατάσταση της οικονομίας - πολιτικής - τρόικας - ευρώπης.
υπήρχαν κάποτε τρείς τύποι. τρία νέα παιδιά που δουλεύανε μαζί υπάλληλοι σε ένα εργοστάσιο. ο σάκης ο αντρέας και ο στέλιος.
κάποια στιγμή μέσα στην δεκαετία του 80, πείραν την μεγάλη απόφαση και να ανοίξουν ένα μαγαζί και να γίνουν συνέταιροι.
ο αντρέας λοιπόν μπήκε στο γραφείο για να κουμαντάρει, ο σάκης στο ξυλουργείο, και ο στέλιος στο βαφείο.
όλα κυλούσανε ρολόι, σταθερά και ανοδικά, και γρήγορα έχτισαν ένα καλό όνομα στην αγορά, και ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων, και ως προς την φερεγγυότητα της επιχείρησης.
δυστηχώς ο αντρέας που ήταν το κεφάλι και έκοβε και έραβε, είχε ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα. ήταν απο τους πολύ μεγάλους πότες, κοινός αλκοολικος σε πολύ μεγάλο βαθμό.
έτσι λοιπόν δεν άργησε ο οργανισμός του να τον προδώσει, και να φύγει απο την ζωή στην αρκετά μικρή ηλικία των 40 και κάτι.
έτσι λοιπόν μένουν ο στέλιος και ο σάκης, οι οποίοι ένιωθαν κάπως πιο αδικημένοι, επειδή αυτοί δούλευαν όλη μέρα, ενώ ο αντρέας ήταν όλη μέρα πάνω απο χαρτιά - λογαριασμούς - τηλέφωνα, παρέα με μια κοπέλα που είχε για να τον βοηθάει στο χαρτομάνι.
περνάει ο καιρός, και το μαγαζί αρχίζει και δείχνει δείγματα σοβαρής αδυναμίας, ενώ μέχρι τον θάνατο του αντρέα η εταιρεία δεν είχε δώσει το παραμικρό δικαίωμα και όλα πληρωνόντουσαν πρίν την ώρα τους.
δεν αργεί πλέον να μαθευτεί ότι η εταιρεία μετά απο 9 - 10 μήνες έχει πέσει έξω, η απλήρωτες επιταγές πάνε σύννεφο, ενώ οι δυο εναπομήναντες το παίζουν ότι το πολεμάνε, και ότι κάποια μεγάλη ζημιά πάθανε.
για καλή τους τύχη λοιπόν, και αφού έχουν πιάσει το αποκορύφωμα της αναξιοπιστίας και κανείς δεν τους δίνει τπτ απο υλικά αν δεν πάρει τα λεφτά στο χέρι, έρχεται η αδερφή του σάκη, η οποία είναι μια πενηντάρα με δικιά της επιχείρηση και με πολλά λεφτά.
τους δίνει λοιπόν τότε ένα πολύ σεβαστό ποσό, με την προυπόθεση ότι στο μαγαζί θα πάει ένας συνεργάτης της, τον οποίο χρησιμοποιούσε η ίδια για τα οικονομικά της εταιρείας της.
ναι καλά καταλάβατε, μιλάμε για οικονομολόγο.
ακόμα θυμάμαι την φάτσα του όταν είρθε μαζί με τις δυο αφεντικάρες, για να μιλήσουν με τον πατέρα μου για το πως θα δουλέψουν, και ότι πλέον ο πατέρας μου θα έχει να κάνει με αυτόν, και όχι με τους άλλους δυο.
και ξεκινήσαμε. ως δια μαγείας, μέσα σε έναν χρόνο, όλα μπήκαν σε τάξη, και η εταιρεία ξανααποκτά το πρόσωπο που είχε όταν ήταν εν ζωή ο αντρέας.
εγώ τότε εκείνη την εποχή έκανα όλα τα δρομολόγια του εργοστασίου, και ότι είχε να κάνει με τις παραδόσεις. έτσι ήξερα και πολύ καλά τον κύριο οικονομολόγο, όπου και με πλήρωνε κάθε φορά που άφηνα πράγματα.
τα πράγματα που έκανε δεν ήταν και λίγα, κάποια απο αυτά ήταν η απόλυση 5 ατόμων, επειδή βάση τζίρου έλεγε ότι στην δουλειά μας κάθε υπάλληλος πρέπει να ισσοδυναμεί με 3 εκ δρχ μηνιαίο τζίρο για το μαγαζί. έτσι λοιπόν έκρινε ότι πέντε άτομα ήταν τελείως άχρηστα.
τα αφεντικά πλέον έπαιρναν σε δραχμές που ήταν τότε 50 χιλ την εβδομάδα, και αεργασία πάνω στον πάγκο.
τα υλικά που αγοραζόντουσαν ήταν ακριβώς αυτά που έπρεπε, το κιμπαριλίκι με τους λογαριασμούς των πελατών τελείωσε και όλα πληρωνόντουσαν πλέον με την παράδοση, ενώ οι υπάλληλοι που είχαν μείνει κατέβηκαν στα νόμιμα που όριζε ο νόμος σύμφωνα με τα χρόνια που δούλευε ο καθένας.
επίσεις κόπηκαν κάποιες πρωτοβουλίες που είχαν κάποιοι υπάλληλοι, γιατί υπήρχαν και εκεί πολλές απώλειες.
πήγαινε πχ ο βερνικάς στον λουστραδόρο, του έδινε χαρτζηλίκι και του έλεγε να βγάζει σκάρτα τα υλικά των άλλων, ενώ ο ίδιος βερνικάς φούσκωνε τις τιμές των βερνικιών ασύστολα.
γενικά αυτός ο άνθρωπος έκανε πολλά πράγματα για τα οποία όσοι δούλευαν εκεί μέσα τους είρθαν πολύ βαριά, το γενικότερο αποτέλεσμα όμως του μαγαζιού μέσα στην υπόλοιπη κοινότητα της αγοράς, ήταν πάρα πολύ ικανοποιητικό.
αυτό βέβαια είχα και ως αντίκτυπο να δικαιωθούν όσοι υπόμειναν αυτή την διαδικασία, γιατί και τα αφεντικά ξαναέγιναν αφεντικά, και οι υπάλληλοι πείραν αυξήσεις, και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.
ένα χρόνο που ήταν εκεί όμως, όλοι μα όλοι του μαγαζιού, πέρασαν άσχημα, γιατί έκαναν αυτό που έλεγε ο οικονομολόγος.
αφού έφυγε λοιπόν και τα άφησε όλα στην τρίχα, μέσα σε έναν χρόνο κατέρευσαν τα πάντα, η αδερφη του ενός που είχε βοηθήσει δεν ξαναβοήθησε αλλά πείρε τον αδερφό της υπάλληλο της, γιατί του είπε κατά λέξη ότι μια φορά οκ. αφού και τώρα δεν μπορέσατε, πλέον θα είναι σα να τα πετάω απο το μπαλκόνι, ενώ ο δεύτερος ούτε που ξέρω τι απέγινε.
μετά απο αυτή την ιστορία, θέλω να κάνω την εξής παρομοίωση με την κατάσταση που ζούμε σήμερα.
φανταστείτε λοιπόν τα δυό αφεντικά ως τους πολιτικούς μας. τον οικονομολόγο ως την τρόικα, τους υπαλλήλους σαν τους δημόσιους που οι λίγοι κόβουν και ράβουν εις βάρος των πολλών, και την αδερφή που χρηματοδότησε όλη αυτή την ιστορία, σαν την ευρώπη που μας δανείζει λεφτά.
μπείτε λοιπόν στην θέση του καθενός ξεχωριστά, και πείτε μου τι συμπερασμα βγάζετε.
η συγκεκριμένη ιστορία, καθρευτίζει ακριβώς την κατάσταση της ελλάδος αν την παρομοιώσεις με το συγκεκριμένο μαγαζί.
![]()









