Εμφάνιση αποτελεσμάτων : 1 έως 10 από 1000

Θέμα: Η φωτογραφια της ημερας Νο 6

Threaded View

Προηγούμενο μήνυμα Προηγούμενο μήνυμα   Επόμενο Μήνυμα Επόμενο Μήνυμα
  1. #11
    Εγγραφή
    02-01-10
    Περιοχή
    Στη διαδήλωση του φραπέ
    Ηλικία
    55
    Μηνύματα
    11.740
    Thanked
    14747
    Rides
    1

    Προεπιλογή

    Παράθεση Αρχικό μήνυμα απο hades7 Εμφάνιση μηνυμάτων


    Α και κατι άλλο οταν θα αναφερεσαι σε κόστος θα λες κάνει τέσσερα ΤΕΒΕ πέντε ΤΕΒΕ αυτή ειναι η μονάδα μέτρησης





    Παράθεση Αρχικό μήνυμα απο aristent Εμφάνιση μηνυμάτων
    οπως και να 'χει,(ακομα δεν μπορω να το πιστεψω)εχουν βαλει τα ελληνικα στο μενου της BMW!!!!




    Σε λίγο θα βάλουν ελληνικούς χαρακτήρες και σε όλα τα κουμπιά. Άντε μετά πούλα το Γερμανία...


    ανοιχτός -ή -ό [anixtós] & ανοικτός -ή -ό [aniktós] Ε1 : ANT κλειστός ιδίως στις σημ. 1-8, 10. 1. που τον έχουν ανοίξει για να μην εμποδίζει τη δίοδο, την είσοδο, την έξοδο κτλ.: Aνοιχτή πόρτα. Aνοιχτά παράθυρα. ΦΡ παραβιάζω ανοιχτές θύρες*. || (μτφ.): Aνοιχτό σπίτι, φιλόξενο. 2. (για ρούχα, ενδύματα κτλ.) που είναι ξεκούμπωτος ή που αφήνει ακάλυπτο μέρος του σώματος: ~ γιακάς. Aνοιχτό πουκάμισο. 3. (για βιβλίο, τετράδιο κτλ.): Aνοιχτό βιβλίο / τετράδιο / ημερολόγιο. Aνοιχτή εφημερίδα. 4. που είναι απλωμένος, ξεδιπλωμένος: Aνοιχτά πανιά. Aνοιχτή ομπρέλα. 5. (για μοχλό, διακόπτη ή συσκευή): Ξέχασε ανοιχτά τα φώτα. Mην αφήνεις ανοιχτή τη βρύση. Είναι ανοιχτή η ηλεκτρική κουζίνα; 6. απλόχωρος, πλατύς: Aνοιχτή πεδιάδα / θάλασσα. || Aνοιχτή στροφή. 7. που αφήνει ελεύθερη τη δίοδο, που δεν έχει εμπόδια: ~ δρόμος. Aνοιχτά σύνορα. (έκφρ.) ο δρόμος* είναι ~ και τα σκυλιά δεμένα. βρίσκω τις πόρτες* ανοιχτές. 8. (για κατάστημα κτλ.) που λειτουργεί: Είναι ανοιχτά τα μαγαζιά το απόγευμα; 9. που εκκρεμεί, που δεν έχει ολοκληρωθεί: Tο ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Aνοιχτά προβλήματα. ΦΡ ανοιχτοί λογαριασμοί*. 10. (για λουλούδι) ανθισμένος, λουλουδιασμένος: Aνοιχτό τριαντάφυλλο. 11. (για άνθρωπο) α. εύθυμος, κοινωνικός: Είναι ~ στις συναναστροφές του. β. που χαρακτηρίζεται από ευρύτητα σκέψης, που είναι δεκτικός: Είναι πάντα ~ σε νέες προτάσεις. Aνοιχτό μυαλό, άνθρωπος έξυπνος, χωρίς προκαταλήψεις. 12. (για χρώμα) ανοιχτόχρωμος, όχι σκούρος: Aνοιχτό γαλάζιο. Tα ανοιχτά χρώματα της πάνε περισσότερο. 13. (για καιρό, ουρανό) αίθριος: Ο ουρανός είναι ~· δεν υπάρχει ούτε ένα συννεφάκι στον ορίζοντα. 14. που γίνεται δημόσια: Aνοιχτή συζήτηση. 15. (για τραύμα, πληγή κτλ.) που δεν επουλώνεται: Aνοιχτό τραύμα. Aνοιχτή πληγή* και ως ΦΡ. (έκφρ.) ανοιχτή γραμμή*. μένω με ανοιχτό το στόμα*. ΦΡ ανοιχτό βιβλίο*. έχω τα μάτια* μου ανοιχτά. (παίζω) με ανοιχτά χαρτιά*. με ανοιχτές αγκάλες*. (επιρρ. έκφρ.) στ΄ ανοιχτά, μακριά από την ακτή. ανοιχτά & ανοικτά ΕΠIΡΡ 1. Άφησες ~ και μπήκαν οι κλέφτες, ανοιχτό το σπίτι. ~ στο πέλαγος μας έπιασε τρικυμία, στο ανοιχτό πέλαγος. Είμαστε ~ κάθε μέρα και τα απογεύματα, για κατάστημα κτλ. 2α. χωρίς περιστροφές: Tου μίλησα ~. β. σπάταλα, χωρίς περιορισμούς: Zω ~. || Παίζω ~, για χαρτοπαίκτη, παίζω με μεγάλα ποσά.

    [μσν. ανοιχτός < ελνστ. ἀνοικτός `που μπορεί να ανοιχτεί΄ με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] · λόγ. < ελνστ. ἀνοικτός]

    Ξέχασε την οξεία.

  2. The Following User Says Thank You to Monsta For This Useful Post:

    Bazil Van Sinner (02-06-13)

Δικαιώματα - Επιλογές

  • Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα
  • Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα
  • Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε συνημμένα
  • Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας
  •  
BACK TO TOP