-
Το επόμενο πρωϊ με βρήκε σε μια Βιέννη σκεπασμένη*απο πυκνό χιόνι.
Σηκώθηκα απο το κρεβάτι και κοίταξα το ρολόι μου, ήταν 7.30.
Πυκνές νιφάδες έπεφταν στους δρόμους και ο δρόμος κάτω απο το παράθυρό μου έδειχνε πως δεν είχε πατηθεί ακόμα.
Τεντώθηκα κοιτάζοντας απο το παράθυρο, χασμουρήθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματά μου στις βαλίτσες.
Δεν είχα την πολυτέλεια να περιμένω άλλο.*Ο χειμωνας είχε έρθει σε αυτήν την πλευρά της Ευρώπης και δεν μπορούσα να περιμένω πότε θα ανοίξει "παράθυρο" για να συνεχίσω την επιστροφή μου.
Μάζεψα τακτικά τα πάντα και τα τοποθέτησα σε σακούλες. Υστερα έβαλα τις σακούλες μέσα στις πλαϊνές βαλίτσες και τις κλείδωσα με τα λουκέτα τους.
Εβαλα τα ισοθερμικά, τις κάλτσες, δερμάτινα, μπότες και κατέβηκα μέχρι τη ρεσεψιόν. Στο γκισέ ήταν ακόμα ο χθεσινός υπάλληλος.
Τακτοποίησα το λογαριασμό μου και κατευθύνθηκα μέχρι το σαλονάκι όπου*τρία μεγάλα θερμός είχαν τσάι, νερό*και καφέ.
Εβαλα ένα ζεστό, καυτό, τσάι, έριξα μέσα τρεις ζάχαρες, ανακάτεψα και με την κούπα στο χέρι βγήκα έξω στο δρόμο.
Η μηχανή μου ήταν καλυμένη εντελώς με χιόνι.
Καιρός να την κάνουμε μεγάλε σκέφτηκα.
Ανέβηκα στο δωμάτιο, άνοιξα το παράθυρο γιατί είχα αρχίσει να βράζω στα ρούχα μου και κατέβασα όλα τα πράγματα στο πεζοδρόμιο.
Πριν βγώ έξω, πάνω απο τα δέρματα φόρεσα τα πλαστικά αδιάβροχα και τα*έσφιξα καλά για να να μην ανεμίζουν στο δρόμο.
Καθάρισα τη μηχανή όπως όπως, έλυσα τα λουκέτα, κρέμασα τις βαλίτσες και έβαλα μπρος.
Η μπαταρία άντεξε και αυτή την εκκίνηση.
Αφησα τη μηχανή να ζεσταθεί καλά καβάλησα και ξεκίνησα προσεκτικά.
Η οδήγηση στο χιόνι είναι εύκολη, πιό εύκολη απο το χώμα, αρκεί να μην βρείς πάγο, οπότε και μπλέκεις άσχημα.
Ευτυχώς το χιόνι της Αυστρίας ήταν μαλακό και είχε συνεχή ροή, οποτε έτσι όπως οδηγούσα είχα την αίσθηση ότι κάνω βόλτες σαν παιχνιδάκι επάνω σε μια τεράστια τούρτα βανίλιας.
Στο μυαλό μου είχα βάλει να βρώ το Graz, όσο πιό νωρίς γίνεται και εκεί να ανεφοδιαστώ σε κονιακ, και ξηρά τροφή, όπως επίσης να γεμίσω και το ντεπόζιτο.
Σιγά σιγά το χιόνι καθάριζε απο την κίνηση ώσπου βγήκα στην πεντακάθαρη αλλά βρεγμένη Α23.
Επιασα την δεξιά λωρίδα, ρύθμισα την ταχύτητά μου στα 70 και άρχισα το ταξίδι.
Η κίνηση ήταν αραίη ακόμα, η ώρα ήταν μόλις 8.30 και κάπου στο βάθος έβγαινε λίγος ήλιος.
Ο δρόμος είχε ακόμα αναμένα φώτα, το ίδιο και τα αυτοκίνητα που με πέρναγαν.
Το ίδιο και εγώ.
Μερικές φορές τα φώτα ήταν το μόνο που έβλεπα μέσα στο σπρέυ νερού που σήκωναν τα λάστιχά τους.
Φώτα και τις λωρίδες του δρόμου.
Η μηχανή ρολάριζε με χαλαρές στροφές, ταξίδευα μέσα στο κουκούλι απο τα πλαστικά και τα δέρματα ζεστός και χορτάτος απο ύπνο.
Αποφάσισα πως αν με έβγαζε η ώρα θα έφτανα μέχρι τα σύνορα.
Τα μαγικά μου χαρτάκια είχαν τουλάχιστον πέντε ξενοδοχεία πριν την Ιταλία.
Ετσι και έγινε.
Ο καιρός καθάρισε, η ταχύτητα ανέβηκε και εκτός απο δυό στάσεις για καύσιμα και κατούρημα-βασανιστήριο με τόσα ρούχα πάνω μου, όλα κύλησαν ομαλά και αναμενόμενα.
Προς το τέλος της διαδρομής είχα αρχίσει να κουράζομαι λιγάκι και έριξα το ρυθμό μου,*και σε κάθε εξόδο του Α2 έψαχνα πλέον να*βρώ*τα σημάδια*για τα ξενοδοχεία που είχα στα χαρτάκια μου.
Ενα καλό φαγητό και ένα χάζεμα σε κάποιο απο τα χωριουδάκια θα μου έδινε νέα δύναμη για τις επόμενες μέρες, που όλα έδειχναν ότι θα είναι και οι πιό δύσκολες.
Τελικά μέσα στο σκοτάδι βγήκα στην έξοδο 12 και λίγα μέτρα μετά σταμάτησα στο μεγάλο παρκινγκ του Sreger, ενός μοτελ-εστιατορίου που όλοι οι ταξιδιωτικοί οδηγοί έγραφαν πως είναι το πιό αξιοπρεπές σε κόστος και υπηρεσίες.
Κατέβηκα απο τη μηχανή και τεντώθηκα.
Κοίταξα το μοτελ.
Ωραίο, ξύλινο, με μεγάλες τζαμαρίες και γεμάτο κόσμο.
Πανάκριβο επίσης, ειδικά με τις παρούσες συνθήκες, όπου με τον καιρό σε τόσο άσχημη κατάσταση, το τελευταίο διάστημα δεν είχα πουθενά την ευκαιρία να κατασκηνώσω και να περιορίσω έτσι*κάποια έξοδα.
Για να ξεμουδιάσω, αρχισα να περπατάω στο παρκινγκ.
Κοίταγα τα αδιάβροχά μου που ήταν γεμάτα με τη βρωμιά του δρόμου.
Κοίταγα τη μηχανή που ήταν και αυτή βρώμικη.
Κοίταγα και μέσα απο τη τζαμαρία του μοτελ τον κόσμο που έτρωγε ή έπινε το ποτό του και αποφάσισα πως έχω αρχίσει να ρουτινιάζω.
Απο τότε που έπιασε το κρύο, η απόλαυση της οδήγησης είχε περιοριστεί στο ελάχιστο.
Με τον καιρό να με κυνηγάει, το ταξίδι είχε εξελιχθεί σε αγώνα δρόμου.
Πρωινό, οδήγηση, στάση, οδήγηση, φαγητό, ύπνος και φτού και απο την αρχή.
Εμεινα εκεί και κοίταγα τον κόσμο, ώσπου ξανάρχισε να ρίχνει ένα ψιλό χιονάκι και ξεκίνησα την ιεροτελεστία του ξεφορτώματος και ασφάλισης της μοτοσυκλέτας.
Όταν τελείωσα, η θερμοκρασία είχε πέσει αρκετά, η νύχτα είχε μπεί στο τοπίο δυναμικά και έτσι φορτωμένος ξεκίνησα για τη ρεσεψιόν.
Η διαδικασία γνωστή, διατυπώσεις, κλειδί, σκάλες, δωμάτιο.
Το δωμάτιο, σαν όλα τα δωμάτια, το μπάνιο σαν όλα τα μπάνια, η ντουλάπα σαν όλες τις ντουλάπες.
Εβγαλα τα αδιάβροχα στο μπάνιο, έβγαλα τα δέρματα και έψαξα στο σακίδιο να βρω το φλασκί με το Jack.
Δυστυχώς ήταν άδειο.
Είχα ξεχάσει να πάρω κάτι και απο το δρόμο.
Δε γαμιέται, είπα.
Ας αρχίσουμε διαδικασίες λοιπόν, ανακοίνωσα στον εαυτό μου.
Εκανα ένα καυτό μπάμιο και κατόπιν, πήρα τα πλαστικά και τα έβαλα στη ντουζιέρα.
Εριξα επάνω τους νερό και σαπούνι και έτριψα για να φύγει η βρώμα του δρόμου.
Οταν καθάρισαν,* άπλωσα το πάνω μέρος ανοιχτό στον νιπτήρα να αγκαλιάζει την κούρμπα του και το παντελόνι το κρέμασα να στραγγίξει στο πάνω μέρος του τζαμιού της ντουζιέρας και στη συνέχεια πήγα στο κυρίως δωμάτιο.
Ανοιξα τις βαλίτσες έβγαλα ρούχα, ντύθηκα και κατέβηκα για φαγητό.
Κάθησα σε ένα τραπέζι να βλέπει εξω απο τη τζαμαρία,*έδωσα την παραγγελία μου, μπύρα, σνίτσελ, σαλάτα έβγαλα το χάρτη μου στο τραπέζι και άρχισα να φτιάχνω τη διαδρομή της επόμενης μέρας στο μυαλό μου.
Το φαγητό μου ήρθε, παραμέρισα το χάρτη και άρχισα να τσιμπολογάω, φροντίζοντας να καθυστερώ τις μπουκιές μου, ώστε να έχω περισότερο χρόνο στη διάθεσή μου να χαζέψω τον κόσμο γύρω μου.
Είχα ανάγκη να δώ κόσμο.
Βασικά είχα ανάγκη να επικοινωνήσω με κάποιον.
Να κουβεντιάσω έστω και βασικά πράγματα, βροχή, χιόνι, κάτι παραπάνω απο μια καλημέρα και μια καλησπέρα.
Η μοναξιά είναι καλή παρέα, αλλά μερικές φορές γίνεται βάρος, πράγμα που είναι οξύμωρο, καθώς τελικά εσύ ο ίδιος γίνεσαι βάρος στον εαυτό σου.
Ήπια λίγη απο τη μπύρα μου και χαλάρωσα στο κάθισμά μου.
Αρχισε να μου βγαίνει η κούραση της μέρας και όσο έτρωγα βάραινα ακόμα περισσότερο.
Τελείωσα το φαγητό μου και σηκώθηκα για το δωμάτιο.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άνοιξα την τηλεόραση απέναντι.
Τα κανάλια ήταν αχταρμάς, Αυστριακά, Γερμανικά, Ιταλικά και κάποια άλλα σε γλώσσες που έμοιαζαν με Σοβιετικές.
Ανακάθησα και έμεινα να χαζεύω ένα έργο στα Ιταλικά.
Κάπου εκεί με πήρε ο ύπνος.
Ετσι με τα ρούχα και το φως απο την τηλεόραση να αλλάζει τα χρώματα και τις σκιές στο δωμάτιο, ενώ έξω απο το ξενοδοχείο είχε αρχίσει πάλι να χιονίζει και κάπου πιό μακρυά στους πρόποδες των βουνών που με χώριζαν απο την Ιταλία δυνατή βροχή χτύπαγε τα δέντρα, ενώ πιό ψηλά, δυνατές καταιγίδες και κεραυνοί έσκιζαν το σκοτάδι της νύχτας και σε κάθε λάμψη τους το τοπίο έδειχνε να περιμένει απελπισμένο την οργή του καιρού να ξεσπάσει ακόμα πιό έντονη.
Στις κορυφές των βουνών το χιόνι σηκωνώταν παρασυρμένο απο τον αέρα για να πέσει πιό κάτω στους δρόμους που έτρεχαν σαν γρατζουνιές στις πλαγιές τους.
Μερικά βράχια ξεκόλησαν και έπεσαν στο οδόστρωμα και το νερό κύλαγε ορμητικό στις άκρες του δρόμου.
Ενώ εγώ κοιμόμουν στο δωμάτιο, φύση προσπαθούσε να σκεπάσει τα σημάδια του ανθρώπου επάνω της, καλύπτοντας με χιόνι, λάσπη και βράχια, όλες τις πληγές που της ανοίγουμε για τη δική μας ευκολία.
Ετσι όπως ένας σκύλος γλύφει τις πληγές του, έτσι και η καταιγίδα στα βουνά προσπαθούσε να θεραπεύσει την φύση απο τις πληγές της.
Συνέχισα να κοιμάμαι, ώσπου κάποια στιγμή ο καιρός έφτασε και στο μικρό μοτελ χτυπώντας το αλύπητα με χιόνι. Χιόνι παχύ και βαρύ, ένα χιόνι που όση χαρά σου φέρνει όταν μπορείς να το χαρείς, τόση ένταση και ταλαιπωρία δημιουργεί όταν δεν μπορείς να το αποφύγεις.
Μισο-ξύπνησα απο το κρύο και έτσι ντυμένος, σκεπάστηκα με το πάπλωμα.
Συνέχισα να κοιμάμαι ζεστός και ήρεμος μέχρι πολύ αργά το άλλο πρωί, όπου σηκώθηκα τελικά με μια φοβερή επιθυμία να κατουρήσω, κάτι που έκανα με τα μάτια μισόκλειστα, σκουντουφλώντας στα αδιάβροχά μου που είχαν στεγνώσει στο μπάνιο.
*
Βγήκα απο το μπάνιο νυσταγμένος και κοίταξα απο το παράθυρο.
Τα μάτια μου γούρλωσαν απο το θέαμα.
Χιόνι, βαθύ χιόνι, σκέπαζε όλο το τοπίο μέχρι εκεί που έβλεπαν τα μάτια μου.
Στο πάρκινκ κάτω, ροδιές απο αυτοκίνητα έδειχναν πως κάποια στιγμή το πρωί υπήρξε κυκλοφορία αλλά το χιόνι συνέχιζε τόσο δυνατό που είχε καλύψει ακόμα και το καθαρισμένο μέρος.
Με έπιασε απελπισία.
Ενστικτωδώς έπιασα το πορτοφόλι μου και έκανα υπολογισμό στα χρήματά μου.
Αρκετά, αλλά μέχρι πότε;
Αρχισα να ανυσηχώ.
Κατέβηκα στο εστιατόριο και προσπάθησα να μάθω για τον καιρό.
Ενας υπάλληλος μου είπε πως για τις επόμενες μέρες θα συνεχίζε έτσι.
Κοίταξα απο την τζαμαρία.
Χιόνι, χιόνι και πάλι χιόνι.
Πήρα μια ανάσα, κάθησα σε ένα τραπέζι και ζήτησα καφέ και τοστ.
Εψαξα τα τσιγάρα μου και άναψα ένα κοιτώντας ακόμα έξω.
Πρέπει να είχε χαρακωθεί το πρόσωπό μου απο την απελπισία, γιατί η σερβιτόρα που έφερε το πρωινο μου με ρώτησε αν είμαι εντάξει.
Σήκωσα το χέρι μου και της έδειξα απο την τζαμαρία την μηχανή μου, καλυμμένη με χιόνι,*μετά της έδειξα τον εαυτό μου και μετά τον ουρανό και τις νιφάδες που έπεφταν.
Οχι δεν είμαι εντάξει, της είπα στα αγγλικά, γελώντας, καθόλου εντάξει.
Αυτή χαμογέλασε, άφησε το πρωινό και έφυγε.
Σπουδαία βοήθεια, σκέφτηκα απο μέσα μου και ήπια λίγο καφέ.
Ημουν σίγουρος, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψω πίσω χωρίς να τραυματιστώ ή να σκοτωθώ.
Με αυτόν τον καιρό, τα βουνά μπροστά μου και τα χρήματα να τελειώνουν, έπρεπε να αποφασίσω με τι τρόπο θα αυτοκτονούσα.
Οικονομικό ή πραγμάτικό.
Στο μυαλό μου πάλευαν οι εναλλακτικές.
Να παρατήσω τη μηχανή εκεί και να πάρω ένα λεοφωρείο απο τα σύνορα για Ιταλία.
Να βρώ μια νταλίκα να καβατζώσω τη μηχανή και να με πάει μέχρι ένα σημείο, με την προϋπόθεση ότι ο οδηγός της θα δεχόταν να παρανομήσει και να με φορτώσει με δικό του ρίσκο.
Να βάλω φωτιά και κάψω τη μηχανή χορεύοντας βρέχει φωτιά στη στράτα μου;
Αναψα ένα ακόμα τσιγάρο και έκατσα εκεί σαστισμένος να κοιτάω έξω, όσπου με πλησίασε η σερβιτόρα ξανά.
Στα χέρια της κράταγε τρία φυλλάδια.
Κάθησε απέναντί μου και τα άνοιξε.
Γύρισα και την κοίταξα με απορία.
Εβαλε το δάχτυλό της πάνω σε ένα απο τα φυλάδια και μου έδειξε μια διαδρομή.
Με μέτρια Αγγλικά μου εξήγησε πως δίπλα απο το μοτέλ, λίγα χιλιόμετρα μόλις, υπήρχε σταθμός τραίνου.
Τραίνο που μπορεί να κουβαλήσει τη μοτοσυκλέτα και εμένα μέχρι τη Ρώμη.
Τραίνο που μπορούσε να σπάσει τα δεσμά του χιονιού και να με απελευθερώσει απο τη φυλακή μου.
Χάρηκα τόσο πολύ, που σηκώθηκα, έπιασα το πρόσωπό της με τα δυό μου χέρια και έσκυψα και τη φίλησα δυνατά στο στόμα.
Τη σήκωσα απο το τραπέζι και την έσφιξα στην αγκαλιά μου σηκώντάς την στο αέρα και τη γύρισα μια σβούρα γύρω απο τον εαυτο μου.
Ο κόσμος στα δίπλα τραπέζια μας κοίταζε μάλλον παραξενεμένος. Μερικοί γέλαγαν, κάποιοι άλλοι ήταν αδιάφοροι.
Τελικά την άφησα κάτω και αυτή προσπάθησε να φύγει.
ΩΠΑ είπα στα Ελληνικά, και της τράβηξα το χέρι.
Πως σε λένε?
Ερικα*μου είπε.
Έρικα, είσαι ένας άγγελος της είπα, σε ευχαριστώ.
Παρακαλώ μου*απάντησε, μην αρχίσεις όμως πάλι να με γυρίζεις γύρω γύρω, ζαλίζεται το κεφάλι μου, απάντησε σε σπαστά αγγλικά πάλι.
Μπορώ όμως να σε ξαναφιλήσω είπα και της έριξα άλλο ένα ζουμερό στο μάγουλο.
Ντροπή είπε η Ερικα και έφυγε.
Ξαφνικά η μέρα μου έγινε θαυμάσια.
Ηπια τον καφέ μου και άφησα στην Ερικα ένα τεράστιο φιλοδώημα, που δεν ήθελε να πάρει, αλλά επέμεινα και τελικά το πήρε κάνοντας μια υπόκλιση λυγίζοντας τα γόνατά της σαν ετοιμαζόντα να καθήσει.
Χαιρέτησα για άλλη μια φορά και με τα φυλλάδια στο χέρι, ανέβηκα στο δωμάτιο για να ετοιμαστώ για την επιστροφή μου.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, είχα μπροστά μου επτά ώρες μέχρι το τραίνο να περάσει απο το σταθμό και να με φορτώσει, αλλά ήθελα σαν τρελός να απαγκιστρωθώ απο αυτό το μέρος, όπου ετοιμάστηκα σε χρόνους ρεκόρ και ξεκίνησα για τη διαδρομή του σταθμού, αρματωμένος και προσεκτικός με όλο αυτό το χιόνι να πέφτει γύρω μου.
Εφτασα στο σταθμό, έκανα τις διαδικασίες του εισητηρίου και της φόρτωσης, αποθήκευσα τα αδιάβροχα στις βαλίτσες και κάθησα στην αίθουσα αναμονής με ένα περιοδικό στο χέρι περιμένοντας να περάσει η ώρα και να αρχίσει η επιστροφή μου στην πατρίδα.
Λίγο με ένα περιοδικό, λίγο με χάζεμα, λίγο με ύπνο, η ώρα πέρασε, το τραίνο ήρθε, η μηχανή φορτώθηκε και εγώ καθισμένος αναπαυτικά στο βαγόνι, σαν να είμαι σε μια κάψουλα, ασφαλής, στεγνός και χαρούμενος που γλύτωσα το πιό δύσκολο κομμάτι της διαδρομής και σχεδόν ευτυχισμένος που γυρίζα πίσω.
Βολεύτηκα καλύτερα και αποφάσισα να την πέσω για ύπνο και*να ξυπνήσω στη Ρώμη.
-
The Following 5 Users Say Thank You to Stamatis For This Useful Post:
hades7 (12-03-12), Leonidas_E39 (15-03-12), Nino (13-03-12), Ptboul (13-03-12), Stathis (13-03-12)
Δικαιώματα - Επιλογές
- Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα
- Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα
- Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε συνημμένα
- Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας
-
Κανονισμός του Φόρουμ
BACK TO TOP