-
Πρέπει να με πήρε βαρύς*ύπνος γιατί δεν κατάλαβα πότε σταμάτησε το αυτοκίνητο.
Ξύπνησα απο το σκούντηγμα του Λάμπρου.
- Ελα ρε τι έγινε, φτάσαμε
- Τι να φτάσουμε ρε συ, έχουμε ακόμα δρόμο. Σταματάμε όμως, δεν αντέχω άλλο, με πήρε ο ύπνος δύο φορές.
Ετσι όπως είχε ανοίξει ο Λάμπρος την πόρτα τεντώθηκα κάθετα στο κάθισμα και πήρα ανάσα για να βγώ έξω.
Σηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου.
Είχε σκοτεινιάσει πλέον και στον ουρανό έβλεπες τα πρώτα αστέρια.
Γύρω μας η κλασική διάταξη των μοτελ του interstate.
Ενα πί απο κτήρια, οι πόρτες των δωματίων στη σειρά, δίπλα τους ένα παράθυρο, μπροστά τους τα αυτοκίνητα των ενοίκων.
Στη μέση του πί, η ταμπέλα της ρεσεψιόν με το σήμα Vacancy αναμένο και το τζάμι της να αλλάζει χρώματα ανάλογα με την ταινία που έβλεπε ο νυχτερινός υπάλληλος.
Αφήσαμε το αμάξι και μπήκαμε στη ρεσεψιόν.
Μόλις ανοίξαμε την πόρτα, απο πάνω μας χτύπησε ένα καμπανάκι.
Στο βάθος ήταν ο υπάλληλος και όπως το περίμενα έβλεπε τηλεόραση.
Πλησιάσαμε και ακουμπήσαμε στον πάγκο.
Ο τύπος ήταν ένας μεξικάνος, χοντρός με τσιγκελωτό μουστάκι. Φορούσε ένα καρώ πουκάμισο τουλάχιστον ένα νούμερο μικρότερο απο το μεγεθός του και τα κουμπιά μπροστά είχαν τσιτώσει έτοιμα να πεταχτούν, ειδικά στην κοιλιά του.
Στο στήθος του είχε ένα ταμπελάκι με το όνομά του. Ροντρίγκο.
Το ταμπελάκι στην Αεμρική, ήταν η πινελιά που έκανε τη διαφορά. Είτε σε βενζινάδικο, είτε σε ξενοδοχείο, είτε σε κατάστημα, όλοι φόραγαν ταμπελάκια.
Ισως σε μια προσπάθεια να γίνει ο υπάλληλος φιλικό πρόσωπο, ή ίσως για να ξέρεις για ποιόν πρέπει να παραπονεθείς στο αφεντικό.
Ο Ροντρίγκο σηκώθηκε απο τον πάγκο και παρατήρησα πως δεν ήταν απλά χοντρός. Ηταν τεράστιος.
Μου έριχνε τουλάχιστον δύο κεφάλια, άρα πρέπει να πέρναγε τα 2 μέτρα και η τεράστια κοιλιά του, τον κατέτασε αυτομάτως στην κατηγορία των υπέρβαρων.
Εύκολα θα έκανε καλά έναν παλαιστή σούμο.
Ζητήσαμε δωμάτιο, μας ζήτησε τα λεφτά της νύχτας προκαταβολικά, του δώσαμε και κάτι παραπάνω να μας κανονίσει καμμιά μπύρα και εξαφανίστηκε με βαριά βήματα στο πίσω μέρος για να επιστρέψει με δυό παγωμένες Bud, απο αυτές που δεν θέλουν ανοιχτήρι για να βγάλεις το καπάκι.
Πήραμε το κλειδί του δωματίου και βγήκαμε έξω.
Ο Λάμπρος πήγε προς το αμάξι για να το φέρει μπροστά στην πόρτα και εγώ περπάτησα μπροστά απο τα υπόλοιπα δωμάτια του πί, περώντας μπροστά απο τα παράθυρα των προσωρινών συγκατοίκων μας.
Ετσι όπως πέρναγα δίπλα απο τις κουρτίνες, έκλεβα λοξές ματιές απο την χαραμάδα που άφηναν, παρατηρώντας*τα δωμάτια και του ενοίκους τους.
Μερικά ήταν σκοτεινά, μερικά είχαν φως απο τηλεοράσεις, ένα δύο, είχαν την κουρτίνα ανοιχτή όπως και το παράθυρο και μέσα τους κάποιο ζευγάρι κουβέντιαζε ή άνοιγε μια βαλίτσα.
Ασυναίσθητα, άνοιξα τη μία μπύρα και έβαλα το καπάκι στην τσέπη μου.
Στάθηκα όρθιος και ήπια δυό γουλιές.
Κοίταξα τον ουρανό ξανά και περπάτησα αργά.
Που βρισκόμαστε ε; Στη μέση του πουθενά. Ενα σωρό άνθρωποι ο καθένας με τη δική του ιστορία και τη δική του πορεία. Αλλον τον κερατώνει η γυναίκα του, άλλος χρωστάει, άλλος ταξιδεύει για να πουλήσει πράματα, άλλος ταξιδεύει για να ξεφύγει.
Παράλληλα με τι δική μας ζωή, χιλιάδες, εκατομύρια άλλες ιστορίες περνάνε δίπλα μας, άλλες γρήγορα, άλλες αργά, μερικές τέμνουν τις δικές μας με καλή ή άσχημη κατάληξη, άλλες φεύγουν αδιάφορα.
Σκέφτηκα ότι όλα είναι τυχαία γεγονότα τελικά.
Ξυπνάς το πρωί, ντύνεσαι, βγαίνεις στο δρόμο και πας στη σχολή σου.
Πράλληλα μια γριά, έχει αποφασίσει να πάει για ψώνια.
Ενας*άστεγος σηκώνεται απο το πεζοδρόμιο και*κατα λάθος*πέφτει επάνω στη γριά.
Η γριά πέφτει στο δρόμο και εσύ τη χτυπάς με το αυτοκίνητό σου.
Ετσι στο άσχετο, έτσι στο τίποτα, μπορείς να διασταυρωθείς με χιλιάδες πιθανότητες. Ετσι στο τίποτα, μπορεί τελικά εσύ ο ίδιος να γίνεις ο καταλύτης που θα αλλάξει ή όχι τη ζωή κάποιου.
Με αυτές τις σκέψεις, συνέχισα να περπατάω προς το δωμάτιο.
Ο Λάμπρος είχε παρκάρει και είχε πάρει μέσα στο δωμάτιο τα σακίδια μας.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκα μέσα.
Ο Λάμπρος ήταν αραγμένος σε μια πανάθλια πολυρόνα και κάπνιζε.
Τσάκα, φώναξα και του πέταξα τη μπύρα.
Την άνοιξε και την καπάκωσε με το χέρι για να σταματήσει να τρέχει ο αφρός.
Πέτα ένα τσιγάρο brother, μου είπε.
Εψαξα την τσέπη στο πουκάμισό μου και ήταν άδεια.
- Ρε φίλε τελειώσανε πάλι. Λες να έχει μηχάνημα στη ρεσεψιόν;
- Αντε ρε να δεις, αν δεν έχει κοίτα μπας και μπορεί να μας βολέψει ο Γαμίνγκο.
Αυτό με τα ονόματα ήταν ένα απο τα αγαπημένα μας παιχνίδια. Αλλάζαμε τα ονόματα όλων των τύπων που βλέπαμε στο ταξίδι με κάτι που να κάνει αίσθηση και να φέρνει γέλιο. Σε αυτό βόηθαγαν τρελά και τα ταμπελάκια που φοράγανε όλοι τους.
Σε ένα βενζινάδικο μας είχε εξυπηρετήσει ο Αρτ.
Ενας αδύνατος ξερακιανός τύπος με γαμψή μύτη και πολύ ξινός.
Αυτός αυτομάτως βαφτίστηκε Φαρτ. (fart = πορδή).
Στο truck stop που είχαμε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ, μια απο τις κοπέλλες που σέρβιρε καφέ είχε ταμπελάκι Μαρθα.
Επειδή όμως φόραγε κάτι γυαλιά απο ταρταρούγα και ήταν κάπως παράξενα τα αυτιά της, την είπαμε*Mάρσιαν (αρειανός).
Η πλάκα με τα ονόματα ήταν πως ο ένας το έλεγε και ο άλλος καταλάβαινε ακριβώς χωρίς ερωτήσεις.
Πάνω λοιπόν που έκανα μεταβολή για να πάω στον Γαμίνγκο, γύρισα και ρώτησα, - Γιατί Γαμίνγκο ρε φίλε; Γαμίνγκο θα λέγαμε κανα λατίνο ερωτιάρη με αλυσίδα και φανελάκι. Τούτος είναι μοσχάρι και ελεϊνός. Καλύτερα μου κάνει το Βρωμίνγκο.
Οκ, φίλε, είπε ο Λάμπρος, Γαμίνγκο Βρωμίνγκο ντος Ταμπάκος. Του δώσαμε και Ισπανική υπηκοότητα. Κάνε τα κουμάντα σου να δούμε θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων...
Γύρισα πάλι για τη ρεσεψιόν και είχα χώσει το χέρι στην αριστερή μου τσέπη σκαλίζοντας τα ψιλά μου.
Αν είχε μηχάνημα, θα τσίμπαγα όσα πακέτα άντεχαν τα ψιλά μου. Ευκαιρία να τα σουτάρω κιόλας, γιατί όλη μέρα στο κάθισμα με τόσα ψιλά στην τσέπη, ώρες ώρες στέναζε το πόδι μου απο τον όγκο.
Είχα γεμίσει μια φούχτα κέρματα όταν μπήκα στη ρεσεψιόν, που ήταν όμως άδεια.
Γύρισα το βλέμμα μου γύρω γύρω και είδα το μηχάνημα με τα τσιγάρα στο βάθος, δίπλα στο κλαστικό ψυγείο της Pepsi και πιό αριστερά το snack o matic, τίγκα στα πατατάκια, τις σοκολάτες και τα προκάτ πρέτζελ.
Πήγα στο μηχάνημα και άρχισα να το ταϊζω ψιλά και να τραβάω πακέτα.
Οση ώρα έμεινα στη ρεσεψιόν, δεν άκουσα ούτε είδα καθόλου τον Γαμίνγκο Βρωμίνγκο άρα το επώνυμο ντος Ταμπάκος δεν θα το κέρδιζε, γιατί δεν βοήθησε καθόλου στην απόκτηση των τσιγάρων.
Συνέχισα την συγκομιδή πακέτων μέχρι που τελείωσαν τα ψηλά και με τα χέρια γεμμάτα βγήκα έξω.
Μόλις έκλεισα την πόρτα και γύρισα να φύγω, ακουσα απο το βάθος θόρυβο απο αυτοκίνητο.
Στο σκοτάδι που είχε πέσει, είδα ένα αγροτικό όπως τα έλεγα εγώ, ή αλλιώς truck όπως τα έλεγαν αυτοί, ή τρόκι, όπως γούσταρε να τα λέει ο Λάμπρος.
Το τρόκι ήταν ένα Dodge D100 του 62, ένα απο τα πιό χαρακτρηριστικά τρόκια της αμερικής που το βλέπεις παντού, κυρίως επειδή ήταν πάμφθηνο όταν κυκλοφόρησε.
Παρόλο που θα το θεωρούσε κάποιος αναιμικό (είχε έναν κινητήρα Slant Six με μόλις 140 άλογα δύναμη), κυρίως επειδή το έβρισκες παντού και κυρίως επειδή μπορούσες να το πετάξεις μέσα στο καπώ ότι γούσταρες, το D100 ήταν το αγαπημένο παιδί των muscle truckers.
Το συγκεκριμένο D100, ήταν ένα φοβερό ρημάδι, σάπιο παντού, απο μπροστά έλειπε η γρίλια της μάσκας και η ανάρτησή του έτριζε όπως πλησίαζε κοντά μου.
Δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση για επαφές, οποιουδήποτε τύπου, οπότε ξεκινησα για το δωμάτιο και άνοιξα λίγο το βήμα μου.
Το φορτηγάκι σταμάτησε στην είσοδο της ρεσεψιόν και απο μέσα βγήκε ο Βρωμίνγκο.
Ολα καλά; μου φώναξε;
Ναί ολα ΟΚ του είπα και σήκωσα το χερι μου να δεί τα τσιγάρα. Πετάχτηκα να πάρω καπνά του είπα, ολα ΟΚ.
Δεν συνεχίσαμε την κουβέντα, αυτός μπήκε μέσα και εγώ έφτασα στο δωμάτιο.
Ο Λάμπρος είχε τραβήξει την ελεϊνή πολυθρόνα κοντά στην πόρτα και είχε αράξει με τα πόδια τεντώμένα μπροστά του.
Του πέταξα ένα πακέτο, άφησα τα υπόλοιπα στο δωμάτιο και τράβηξα και εγώ τη δεύτερη πολυθρόνα κοντά στην πόρτα.
Εβγαλα τα all star που φόραγα και χάρηκα που τα πήρα μαζί μου στο ταξίδι. Με τόση ακινησία και μάγκωμα στο αυτοκίνητο δεν θα την είχα βγάλει καθαρή αν είχα επιλέξει οτιδήποτε άλλο.
Ανάψαμε τα τσιγάρα μας και καθίσαμε να φυσαμε καπνό ψηλά.
-Ρε Λάμπρο, βαρέθηκα ρε φίλε. Πολύ μαλακία ο δρόμος αυτός.
-Ναί ρε, και εγώ έχω πεθάνει, αλλά σκέψου: Κατεβαινουμε συνέχεια και ασταμάτητα. Οταν φτάσουμε, έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε εκτός απο τον αγώνα.
Μέμφις, Νάσβιλ, Νόξβιλ. Θα πάρουμε τον 40 και απο εκεί και μετά βλέπουμε. Τα καλά ξεκινάνε αύριο.
- Το Μέμφις και ο Μισισιπής* πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση είπα. Θα πρέπει αύριο να κοιτάξω το χάρτη και να βγάλω ένα πρόγραμμα για μετά τον αγώνα, ειπα. Το καλό είναι οτι κερδίσαμε μια μέρα. Αύριο ξυπνάμε, και σε καμμιά ώρα έχουμε φτάσει. Θα έχουμε χρόνο να δούμε και τα δοκιμαστικά. Πολύ γουστάρω.
Συνέχισα να μιλάω για λίγο, μέχρι που κατάλαβα ότι ο Λάμπρος είχε κοιμηθεί στην πολυθρόνα.
Σηκώθηκα, έκλεισα την πόρτα, τον σκούντηξα να ξυπνήσει και να πάει στο κρεβάτι του και εγώ έπεσα στο δικό μου με τα ρούχα.
Ανοιξα την τηλεόραση για να χαζέψω λίγο, ενω ό άλλος παραδίπλα είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει.
-
The Following 19 Users Say Thank You to Stamatis For This Useful Post:
120ie87 (06-03-12), A8hnaios (07-03-12), bill_m3 (07-03-12), chief (06-03-12), Dr. Yamastura (06-03-12), Eleni (06-03-12), imolarot (06-03-12), katsaraios (08-03-12), kostas 325 (07-03-12), Leonidas_E39 (06-03-12), michaelp900 (07-03-12), Monsta (06-03-12), Nino (06-03-12), Panos 316T (06-03-12), Ptboul (07-03-12), Skyline_IS (06-03-12), Stathis (06-03-12), Thomelef (06-03-12), trueno (07-03-12)
Δικαιώματα - Επιλογές
- Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα
- Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα
- Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε συνημμένα
- Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας
-
Κανονισμός του Φόρουμ
BACK TO TOP