Χρόνια μετά την επανάσταση ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του στον Τερτσέτη και λέει:
<<Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Εμείς αν δεν είμαστε τρελοί δεν εκάναμε την επανάσταση. Θα σκεφτόμασταν πρώτα για τα πολεμοφόδια, το ιππικό, το πυροβολικό, τις πυριτοθήκες, τα μαγαζιά μας, θα λογαριάζαμε τη δύναμη τη δικιά μας, την τουρκική δύναμη.
Τώρα που νικήσαμε, που τελειώσαμε καλά τον πόλεμό μας, μας δίνουν ευχές, μας επαινούν. Αν δεν νικούσαμε θα τρώγαμε κατάρες και αναθέματα. Μοιάζουμε σα να είναι σε ένα λιμάνι 50-60 καράβια φορτωμένα, ένα απʼ αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει στη δουλειά του με μια μεγάλη φουρτούνα, με ένα μεγάλο άνεμο, πηγαίνει, πουλά, κερδίζει, γυρίζει πίσω σώο. Τότε ακούς όλα τα υπόλοιπα καράβια και
λένε: «ιδού άνθρωπος, ιδού παλικάρια, ιδού φρόνιμος και όχι όπως εμείς που καθόμαστε έτσι δειλοί, χαμένοι», και κατηγορούνται οι καπεταναίοι σαν ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι θα έλεγαν: « μα τι τρελός να σηκωθεί με τέτοια φουρτούνα, με τέτοιον άνεμο, να χαθεί ο παλιάνθρωπος, επήρε τον κόσμο στο λαιμό του».
Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήταν μια τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε ημέρα και πάλιν να έρχονται, να βαστά ένα στρατόπεδο με ψέμματα, με κολακείες, με παραμύθια, να του λείπουν και ζωοτροφές και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός, ενώ στην Ευρώπη ο αρχιστράτηγος διατάζει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχες και ούτω καθεξής.
Να μου δώσει ο Ουέλινγκτον 40.000 στράτευμα το εδιοικούσα, αλλʼ αυτουνού να του δώσουν 500 Έλληνες δεν μπορούσε ούτε μια ώρα να τους διοικήσει. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το Θεό του, και έπρεπε να κάνει κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους.
Όταν ο Ιμπραήμ έστειλε μήνυμα στους Μεσσήνιους να προσκυνήσουν αλλιώς θα βάλει φωτιά και τσεκούρι του αποκρίθηκα: Αυτό οπού μας φοβερίζεις , να μας κόψεις και να μας κάψεις τα καρποφόρα δέντρα μας δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δέντρα δεν εναντιώνονται εις κανένα. Με τους ανθρώπους και όχι με τα άψυχα δέντρα, όχι τα κλαδιά να μας κόψεις, όχι τα δέντρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα πάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Γιατί και τα δέντρα μας αν τα κόψεις και τα κάψεις, η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει.
Μόνος ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάμεις δική σου, βγάλτο από το νου σου.
Ο Ιμπραήμ μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσουμε (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρει πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλει ας έλθει και να μονομαχήσουμε οι δυο μας. Αυτός δεν μου αποκρίθηκε. Και αν το δεχόταν θα το έκανα με όλη μου την καρδιά, διότι έλεγα ας εχανόμουν, ας επήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου.>>